αὐλοποιός

αὐλο-ποιός, ,
A flute-maker, Pl.R.399d, 601d, Arist.Pol.1277b29, Dsc.2.75.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυλοποιός — ἀυλοποιός, ο (Α) κατασκευαστής αυλών …   Dictionary of Greek

  • αὐλοποιός — flute maker masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλοποιοί — αὐλοποιός flute maker masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλοποιοῦ — αὐλοποιός flute maker masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλοποιούς — αὐλοποιός flute maker masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλοποιῷ — αὐλοποιός flute maker masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλοποιόν — αὐλοποιός flute maker masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ποιός — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγική δύναμη, που συνδέεται με το ρ. ποιῶ. Η παραγωγική σχέση μεταξύ τού ρ. ποιῶ και τών συνθέτων σε ποιός δεν έχει προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Το… …   Dictionary of Greek

  • αυλοποιία — αὐλοποιία και αὐλοποιική, η (Α) [αυλοποιός] η τέχνη της κατασκευής αυλών …   Dictionary of Greek

  • αυλός — Πνευστό μουσικό όργανο αρχαιότατης προέλευσης. Αιγυπτιακές τοιχογραφίες μάς πληροφορούν ότι οι Αιγύπτιοι γνώριζαν τουλάχιστον τρία είδη α.: τους ευθύαυλους μιμ με επιστόμιο και πέντε οπές, τους πλαγίαυλους σέμπι, που παίζονταν περίπου όπως και τα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.